Τι είναι ένα δημοκρατικό σχολείο;

Home  /  Παιδαγωγικά Άρθρα  /  Τι είναι ένα δημοκρατικό σχολείο;

Τι είναι ένα δημοκρατικό σχολείο;

by Πλαστελίνη Ιανουάριος 9, 2019 Tag
δημοκρατικό σχολείο
(Τελευταία ενημέρωση: Ιανουάριος 9, 2019)

Τι είναι ένα ;

Το δημοκρατικό σχολείο όπως και η ίδια η δημοκρατία δεν δημιουργούνται στην τύχη. Είναι αποτέλεσμα ξεκάθαρων προσπαθειών από εκπαιδευτικούς να θέσουν σε λειτουργία ρυθμίσεις και δυνατότητες που θα κάνουν τη δημοκρατία πραγματικότητα. Αυτές οι ρυθμίσεις και οι σχέσεις περιλαμβάνουν δύο κεντρικές αρχές. Η πρώτη αφορά τη δημιουργία δημοκρατικών δομών και διαδικασιών οι οποίες θα ρυθμίζουν την καθημερινή σχολική ζωή. Η δεύτερη αρχή αφορά τη δημιουργία ενός αναλυτικού προγράμματος που θα παρέχει σε όλους τους νέους ανθρώπους δημοκρατικές εμπειρίες.


Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο των M. Apple & J. Beane, Democratic schools. Lessons from the chalk face .Open university press 1999 σελ 10- 21.

Δημοκρατικό σχολείο – Δημοκρατικές δομές και διαδικασίες

Στο δημοκρατικό σχολείο είναι αλήθεια πως όλοι όσοι σχετίζονται με το σχολείο συμπεριλαμβάνοντας και τους νέους ανθρώπους έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Γι αυτό το λόγο τα δημοκρατικά σχολεία χαρακτηρίζονται από την ευρύτατη συμμετοχή στα ζητήματα της διοίκησης και του σχηματισμού πολιτικής. Επιτροπές, συμβούλια και άλλες ομάδες λήψης αποφάσεων στο πεδίο του σχολείου συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο τους επαγγελματίες παιδαγωγούς αλλά και τους νέους ανθρώπους, τους γονείς τους και τα άλλα μέλη της σχολικής κοινότητας. Στις τάξεις οι νέοι άνθρωποι και οι εκπαιδευτικοί τους θα πρέπει να συμμετέχουν σ έναν συνεργατικό σχεδιασμό και να φτάνουν σε αποφάσεις που θα ανταποκρίνονται στα ενδιαφέροντα, τις φιλοδοξίες και τα συμφέροντα και των δύο πλευρών. Αυτό το είδος του σχολικού σχεδιασμού τόσο σε επίπεδο σχολείου όσο και σε επίπεδο σχολικής τάξης δεν είναι μια «μηχανική της συναίνεσης», δηλαδή η λήψη προ-καθορισμένων αποφάσεων που συχνά δημιουργεί τη φαντασίωση της δημοκρατίας, αλλά μια αυθεντική προσπάθεια να προωθηθεί το δικαίωμα όλων των ανθρώπων να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων που επιδρούν στις ζωές τους.

Θα πρέπει ωστόσο να θυμόμαστε ότι η αποκέντρωση στη λήψη αποφάσεων θα πρέπει να καθοδηγείται από δημοκρατικές αξίες . Μια από τις αντιφάσεις της δημοκρατίας είναι ότι οι τοπικές, λαϊκές πολιτικές δεν εξυπηρετούν πάντα δημοκρατικούς σκοπούς . Άλλωστε αν αφεθούν όλα τα ζητήματα στην κρίση της περιφέρειας μπορεί να συνεχίσουμε να έχουμε σχολεία που θα χαρακτηρίζονται από νομοθετημένες ρατσιστικές διακρίσεις και από την άρνηση να δεχτούν όλους τους άλλους εκτός από τους οικονομικά ισχυρούς.

Με λίγα λόγια η επίτευξη δημοκρατικών σχολείων εξαρτάται εν μέρει και από την επιλεκτική παρέμβαση του κράτους και ιδιαίτερα εκεί όπου η διαδικασία και το περιεχόμενο των περιφερειακών αποφάσεων εξυπηρετεί την περιθωριοποίηση και την καταπίεση επιλεγμένων ομάδων ανθρώπων. Μολονότι αυτή η παρέμβαση συχνά είναι μη-δημοφιλής μεταξύ αυτών που θεωρούν ότι έχουν την αποκλειστική εξουσία, μας υπενθυμίζει ωστόσο ότι η ιδέα για ευρύτερη διανομή των δικαιωμάτων και των άλλων δημοκρατικών αξιών σημαίνει κάτι περισσότερο από την απλή καταγραφή κάποιων αρχών επί χάρτου. Στην εποχή μας αρκετά παραδείγματα εντάσεων που δημιουργούνται ανάμεσα στην υποχρέωση του κράτους να υπερασπίσει τη δημοκρατία και στο δημοκρατικό δικαίωμα διάφορων ομάδων συμφερόντων να προωθήσουν τις απόψεις τους. Για παράδειγμα τα δημόσια σχολεία σε μια δημοκρατική κοινωνία πρέπει να είναι ανοιχτά σε ένα μεγάλο εύρος ιδεών και στην κριτική αυτών των ιδεών. Την ίδια στιγμή όμως διάφορες ειδικές ομάδες συμφερόντων, ιδιαίτερα οι οπαδοί του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, απαιτούν οι ιδέες και το υλικό που παρέχεται προς διερεύνηση στα σχολεία να ελέγχονται από τις αξίες της δικής τους ομάδας. Ταυτόχρονα τοπικές ομάδες από ένα ευρύτερο πολιτικό φάσμα ενοχλούνται από τις προσπάθειες να δημιουργηθεί ένα εθνικό αναλυτικό πρόγραμμα, στο οποίο η παρεχόμενη γνώση περιορίζεται σε ό,τι θεωρείται σημαντικό από επιλεγμένες ομάδες εθνικού επιπέδου. Η ιδέα συνεπώς της πλατιάς συμμετοχής στις σχολικές υποθέσεις δεν είναι ένα ζήτημα τόσο απλό, μια απλή πρόσκληση για συμμετοχή, επειδή το δικαίωμα του να «έχεις λόγο» μας εισάγει σε ζητήματα γύρω από το πώς οι διάφορες οπτικές εντάσσονται σε μια ασταθή ισορροπία, ανάμεσα στο συσχετισμό των κοινωνικών συμφερόντων και στο ευρύτερο «κοινό καλό» της δημοκρατικής κοινότητας.

Αυτοί που εμπλέκονται στα δημοκρατικά σχολεία βλέπουν τους εαυτούς τους ως συμμετέχοντες σε κοινότητες μάθησης. Από τη φύση τους οι κοινότητες αυτές είναι διαφοροποιημένες, και η διαφοροποίηση αυτή εκτιμάται πάρα πολύ, δε θεωρείται πρόβλημα. Ο κόσμος που περιλαμβάνεται σ αυτές τις κοινότητες εκπροσωπεί όλες τις διαφορές σε ηλικία, κουλτούρα, εθνικότητα, φύλο, κοινωνική τάξη, φιλοδοξίες και ικανότητες. Αυτές οι διαφορές εμπλουτίζουν την κοινότητα και το εύρος των απόψεων που πρέπει να παίρνονται υπόψη. Εάν διαχωρίζουμε τους ανθρώπους οποιασδήποτε ηλικίας με κριτήριο αυτές τις διαφορές ή χαρακτηρίζοντάς τους με στερεότυπα, τότε απλούστατα δημιουργούνται εις βάρος τους διαιρέσεις και συστήματα κατά το status, που μειώνουν τη δημοκρατική φύση της κοινότητας και την αξιοπρέπεια των ατόμων ενάντια στα οποία στρέφονται αυτές οι πρακτικές.

Όταν η κοινότητα αμείβει τη διαφοροποίηση έχει συγχρόνως την αντίληψη ενός κοινού σκοπού. Ανεξάρτητα από αυτό που υποστηρίζουν οι οπαδοί της ιδιωτικοποίησης ή αυτοί που επιθυμούν η οικονομική ορθολογικότητα να καθορίσει την πορεία των σχολείων, η δημοκρατία δεν είναι απλά μια θεωρία του ατομικού συμφέροντος, που δίνει στους ανθρώπους την άδεια να προωθούν τους στόχους τους εις βάρος των άλλων. Το κοινό αγαθό είναι κεντρικό χαρακτηριστικό της δημοκρατίας. Γι αυτό το λόγο οι κοινότητες των εκπαιδευόμενων στα δημοκρατικά σχολεία χαρακτηρίζονται από την έμφαση που δίνουν στη συνεργασία και όχι στον ανταγωνισμό . Οι άνθρωποι βλέπουν στους άλλους το στήριγμά τους και δημιουργούνται καταστάσεις που ενθαρρύνουν τους νέους να βελτιώνουν τη ζωή της κοινότητας βοηθώντας τους άλλους. Σ΄όλες αυτές τις καταστάσεις και στις πολιτικές που τις στηρίζουν, οι άνθρωποι των δημοκρατικών σχολείων δίνουν έμφαση στη δομική ισότητα. Ενώ η αρχική πρόσβαση στα αγαθά της εκπαίδευσης γίνεται κατανοητή ως αναγκαία πλευρά των δημοκρατικών σχολείων, η πρόσβαση από μόνη της δεν θεωρείται επαρκής όρος. Σε μια αυθεντικά δημοκρατική κοινότητα , όλοι οι νέοι θεωρούνται ότι έχουν δικαίωμα να μετέχουν σε όλα τα προγράμματα του σχολείου και στις επαγγελματικές διεξόδους που προσφέρει το σχολείο. Γι αυτό το λόγο αυτοί που εργάζονται στα δημοκρατικά σχολεία επιζητούν να κατοχυρώσουν ότι το σχολείο δε θα περιλαμβάνει θεσμικά εμπόδια για τους νέους ανθρώπους. Γίνεται κάθε προσπάθεια να αποφεύγονται ο διαρκής έλεγχος (το tracking), τα προκατειλημμένα τεστ και όλες αυτές οι ρυθμίσεις που τόσο συχνά αρνούνται την πρόσβαση εξαιτίας της κοινωνικής τάξης, της εθνικότητας και του φύλου. Οι εκπαιδευτικοί που ταυτίζονται με την προώθηση της δημοκρατίας, συνειδητοποιούν όμως πως οι αιτίες της ανισότητας στο σχολείο είναι πιθανόν να βρίσκονται και στην κοινωνία ευρύτερα. Κατανοούν πως οι δυνατότητες που δημιουργούνται από τις δημοκρατικές εμπειρίες στο σχολείο μπορούν πολύ εύκολα να εξανεμισθούν από τη ζωή έξω από αυτό. Βλέποντας τους εαυτούς τους ως μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας επιθυμούν να επεκτείνουν τη δημοκρατία και σ αυτή την κοινότητα, όχι μόνο για τους νέους αλλά για όλους τους ανθρώπους. Με δυο λόγια επιθυμούν τη δημοκρατία σε ευρύτερο επίπεδο, το σχολείο είναι απλά ένα από τα πεδία επικέντρωσής τους. Πρόκειται για ένα καθοριστικό σημείο. Το εκπαιδευτικό τοπίο είναι γεμάτο από τα υπολείμματα αποτυχημένων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων , πολλές από τις οποίες απέτυχαν εξαιτίας των κοινωνικών συνθηκών που περιβάλλουν το σχολείο. Μόνο οι μεταρρυθμίσεις που αναγνωρίζουν αυτές τις συνθήκες και τις αντιμετωπίζουν με ενεργητικό τρόπο είναι πιθανόν να κάνουν τη διαφορά στη ζωή των παιδιών, των εκπαιδευτικών και των κοινοτήτων που εξυπηρετούν .

Αυτό το τελευταίο σημείο ιδιαίτερα είναι που διαχωρίζει τα δημοκρατικά σχολεία από τα άλλα είδη προοδευτικών σχολείων, όπως αυτά που είναι απλώς ουμανιστικά ή παιδοκεντρικά. Τα δημοκρατικά σχολεία είναι από πολλές απόψεις και ουμανιστικά και παιδοκεντρικά , αλλά το όραμα τους επεκτείνεται πέρα από τη βελτίωση του σχολικού κλίματος ή της ενίσχυσης της μαθητικής αυτοεκτίμησης. Οι δημοκρατικοί παιδαγωγοί δεν επιθυμούν να μειώσουν απλά τη σκληρότητα των κοινωνικών ανισοτήτων στο σχολείο, αλλά να αλλάξουν τις συνθήκες που τις δημιούργησαν. Γι αυτό το λόγο κατανοούν τις αντιδημοκρατικές πρακτικές στο σχολείο σε συνάρτηση με τις ευρύτερες συνθήκες έξω από αυτό (…). Όπως και άλλοι προοδευτικοί παιδαγωγοί, αυτοί που υποστηρίζουν τη δημοκρατία ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους, αλλά επίσης κατανοούν πως αυτό το ενδιαφέρον τους αναγκάζει να αντιμετωπίσουν το ρατσισμό, την αδικία, την συγκεντρωτική εξουσία, τη φτώχεια και άλλες μορφές ανισότητας τόσο στο σχολείο όσο και στην κοινωνία.Οι δομές και οι διαδικασίες που είναι αναγκαίες για τα δημοκρατικά σχολεία είναι σχετικά εύκολο να σκιαγραφηθούν, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο να αποκτήσουμε μια πλήρη εικόνα τους. Η εργασία που είναι αναγκαία για την οργάνωση και τη διατήρηση ενός δημοκρατικού σχολείου είναι εξουθενωτική και ωριμάζει με συγκρούσεις. Άλλωστε παρά τη ρητορική της δημοκρατίας στην κοινωνία μας και της κοινής αντίληψης ότι ο δημοκρατικός τρόπος ζωής μαθαίνεται διαμέσου δημοκρατικών εμπειριών, τα σχολεία έχουν υπάρξει ιδιαίτερα αντιδημοκρατικοί θεσμοί. Ενώ η δημοκρατία τονίζει τη συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων, τα περισσότερα σχολεία έχουν προωθήσει τον ανταγωνισμό. Ενώ η δημοκρατία εξαρτάται από την υπεράσπιση του κοινού καλού, τα σχολεία κυριαρχούνται από πολιτικά προγράμματα που επιβάλλονται από τα πάνω, δίνοντας έμφαση στην ατομικότητα που βασίζεται αποκλειστικά στο ατομικό συμφέρον. Ενώ η δημοκρατία υποστηρίζει τη διαφοροποίηση, τα περισσότερα σχολεία αντανακλούν τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες των πιο ισχυρών ομάδων σ αυτήν τη χώρα και αγνοούν τους λιγότερο ισχυρούς. Ενώ τα σχολεία στη δημοκρατία υποτίθεται ότι θα έπρεπε να δείχνουν με ποιο τρόπο θα επιτευχθεί η ισότητα των ευκαιριών για όλους, τα περισσότερα σχολεία χαρακτηρίζονται από δομές, όπως το tracking και η κατηγοριοποίηση κατά τις ικανότητες, πρακτικές που στερούν τις ίσες ευκαιρίες και τα καλά αποτελέσματα στους πολλούς και ιδιαίτερα, στους φτωχούς, στις μειονότητες και στις γυναίκες.

Αυτοί που υποστηρίζουν τη δημοκρατική εκπαίδευση βρίσκονται συχνά σε σύγκρουση με τις κυρίαρχες παραδόσεις του σχολείου. Σε κάθε σχεδόν περίπτωση οι ιδέες και οι προσπάθειές τους αντιμετωπίζουν την αντίδραση αυτών που ευνοούνται από τη σχολική ανισότητα και από αυτούς που ενδιαφέρονται περισσότερο για την αποτελεσματικότητα και την ιεραρχική εξουσία παρά για το δύσκολο έργο του μετασχηματισμού των σχολείων. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η δημιουργία δημοκρατικών σχολείων γίνονται ακόμη μεγαλύτερες στην πολύ πιο φιλόδοξη προσπάθεια να επιβιώσουν ενάντια στις ευρύτερες αντιδημοκρατικές τάσεις της κοινής γνώμης και της εκπαιδευτικής πολιτικής. Οι δημοκρατικοί παιδαγωγοί κατανοούν ωστόσο πως η δημοκρατία δεν αποτελεί «μια ιδεατή πραγματικότητα», που έχει ήδη και οριστικά προσδιοριστεί, που περιμένει απλώς την πραγματοποίησή της. Αντίθετα η δημοκρατική τους εμπειρία συγκροτείται ως επί το πλείστον μέσα από τις συνεχείς προσπάθειές τους να επιφέρουν αλλαγές . Η επίτευξη αυτού του στόχου δεν είναι εύκολη, αλλά γεμάτη από αντιφάσεις, συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις (…).

Δημοκρατικό σχολείο – Ένα δημοκρατικό αναλυτικό πρόγραμμα

Οι δομές και οι διαδικασίες που συζητήθηκαν μέχρι εδώ χαρακτηρίζουν γενικά την ποιότητα της καθημερινής ζωής στα σχολεία. Ως μέρος των μακρόχρονων παραδόσεων και των βαθιών δομών του σχολείου, είναι επίσης εξαιρετικά διδακτικές για τα πράγματα και τα πρόσωπα στα οποία το σχολείο αποδίδει αξία. Γι αυτό το λόγο συγκροτούν κατά κάποιο τρόπο ένα «κρυφό αναλυτικό πρόγραμμα» από το οποίο οι άνθρωποι παίρνουν σημαντικά μαθήματα γύρω από τη δικαιοσύνη, την εξουσία, την αξιοπρέπεια και την προσωπική τους αξία. Ο εκδημοκρατισμός αυτών των δομών και διαδικασιών είναι μια σημαντική πλευρά των σχολείων που περιγράφονται εδώ, αλλά μια πιο πλήρης εκδοχή του εκδημοκρατισμού περιλαμβάνει τη δημιουργική επεξεργασία του επίσημου ή φανερού curriculum. Από τότε που η δημοκρατία συγκεντρώνει τη βεβαιωμένη συναίνεση του λαού, το δημοκρατικό curriculum δίνει έμφαση στην πρόσβαση σ ένα ευρύ φάσμα πληροφόρησης και στο δικαίωμα των διάφορων απόψεων να ακουστούν. Οι εκπαιδευτικοί σε μια δημοκρατική κοινωνία έχουν την υποχρέωση να βοηθούν τους νέους ανθρώπους να διερευνούν ένα σύνολο ιδεών και να εκφράζουν τις δικές τους. Δυστυχώς, τα περισσότερα σχολεία επίμονα συρρικνώνουν αυτήν την υποχρέωση με διάφορους τρόπους. Πρώτον περιορίζουν το εύρος της σχολικά παρεχόμενης γνώσης σ ότι μπορούμε να ονομάσουμε επίσημη ή υψηλού επιπέδου γνώση που παράγεται ή εγκρίνεται από την κυρίαρχη κουλτούρα. Δεύτερον επιβάλλουν τη σιωπή σε όλους όσους βρίσκονται έξω από την κυρίαρχη κουλτούρα, ιδιαίτερα στους έγχρωμους ανθρώπους, στις γυναίκες και ασφαλώς στους νέους. Αυτή η παρατήρηση μπορεί να επιβεβαιωθεί με μια απλή ματιά στα σχολικά βιβλία και στους οδηγούς των αναλυτικών προγραμμάτων.

Αυτό που είναι πιο ενοχλητικό είναι ότι τόσα πολλά σχολεία διδάσκουν αυτήν την επίσημη, υψηλού status γνώση σαν την μοναδική «αλήθεια» που πηγάζει από κάποια αιώνια, αλάθητη πηγή. Αυτοί που υποστηρίζουν ένα πιο συμμετοχικό curriculum κατανοούν ότι η γνώση είναι κοινωνικά δομημένη και ότι παράγεται και διαδίδεται από ανθρώπους που έχουν συγκεκριμένες αξίες, συμφέροντα και προκαταλήψεις. Αυτό είναι απλά μια πραγματικότητα της ζωής εφόσον όλοι μας διαμορφωνόμαστε από την κουλτούρα μας, το φύλο μας, τη γεωγραφική μας καταγωγή και ούτω καθεξής. Σε ένα δημοκρατικό αναλυτικό πρόγραμμα ωστόσο οι νέοι άνθρωποι μαθαίνουν να είναι «κριτικοί αναγνώστες» της πραγματικότητας. Όταν αντιμετωπίζουν μια άποψη ή μια γνώση ενθαρρύνονται να θέτουν τα εξής ερωτήματα: Ποιος το είπε αυτό; Γιατί το είπε; Γιατί θα πρέπει να το πιστέψουμε; και Ποιος θα κερδίσει εάν το πιστέψουμε αυτό και ενεργήσουμε ανάλογα;

Για να γίνει πιο κατανοητό αυτό το σημείο, σκεφτείτε ένα παράδειγμα από μια τάξη που έγινε αντικείμενο παρατήρησης από έναν από τους επιμελητές αυτού του βιβλίου. Ο εκπαιδευτικός και οι μαθητές πραγματοποιούσαν μια συζήτηση για τα τρέχοντα γεγονότα χρησιμοποιώντας υλικό από τις εφημερίδες δίνοντας έμφαση στις φυσικές καταστροφές. Το πώς σκεφτόμαστε για τις φυσικές καταστροφές και ποιος ορίζει τον πραγματικό τους χαρακτήρα είναι εδώ το κρίσιμο ζήτημα. Για παράδειγμα είμαστε πλέον αρκετά (δυστυχώς) συνηθισμένοι στο να βλέπουμε εικόνες από καταστροφές όπου χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους από θύελλες, ξηρασία και τα λοιπά. Όπως τα παιδιά σ αυτή την τάξη, έτσι κι εμείς οδηγούμαστε να θεωρούμε αυτά τα γεγονότα ως «φυσικές» καταστροφές. Είναι όμως αυτός ο φαινομενικά ουδέτερος τρόπος κατανόησης των γεγονότων πραγματικά ουδέτερος ή συγκεκριμένες αξίες διεισδύουν και μας επιβάλλονται με έμμεσο τρόπο.

Ένα μέρος της συζήτησης που έγινε στην τάξη μας παρέχει μια ισχυρή ένδειξη το γιατί ένα τέτοιο ερώτημα είναι σημαντικό. Οι μαθητές επεσήμαναν τις κατολισθήσεις λάσπης που συνέβησαν στην Νότια Αμερική. Μεγάλος αριθμός ανθρώπων σκοτώθηκε ή τραυματίστηκε σοβαρά, όταν η καταρρακτώδης βροχή παρέσυρε τα σπίτια τους πέρα από τη βουνοπλαγιά που κατοικούσαν. Μια πιο προσεκτική εξέταση του γεγονότος δείχνει ωστόσο ότι τίποτα σ αυτήν την καταστροφή δεν ήταν αποτέλεσμα της φύσης. Κάθε χρόνο στην Ν. Αμερική υπάρχουν βροχές και κάθε χρόνο χάνουν τη ζωή τους άνθρωποι. Τη συγκεκριμένη μάλιστα χρονιά, μια ολόκληρη βουνοπλαγιά υποχώρησε. Οι χιλιάδες άνθρωποι που ζούσαν εκεί έχασαν τη ζωή τους. Όμως στην κοιλάδα -την ασφαλή και γόνιμη γη- δεν πέθανε ούτε ένας. Οι φτωχές οικογένειες αναγκάζονται να ζήσουν στις επικίνδυνες βουνοπλαγιές, επειδή είναι η μόνη γη η οποία έχει απομείνει και η μόνη περιοχή στην οποία έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν με κόπο μια φτωχή διαβίωση. Οι άνθρωποι συγκεντρώνονται συνεπώς στις βουνοπλαγιές λόγω της φτώχειας και των ιστορικά διαμορφωμένων σχέσεων ιδιοκτησίας. Συνεπώς το πρόβλημα δεν είναι η ετήσια βροχή, αλλά οι άνισες οικονομικές δομές που επιτρέπουν μια μικρή μειοψηφία ατόμων να ελέγχουν τις ζωές της πλειοψηφίας των ανθρώπων σ’ αυτήν την περιοχή.

Αυτή η εναλλακτική και πιο πλήρης κατανόηση του προβλήματος είναι πλούσια σε παιδαγωγικές και διδακτικές δυνατότητες. Βοηθάει τους μαθητές να κατανοήσουν τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί αυτό το τρέχον περιστατικό να ερμηνευθεί και ποιες από τις διαφορετικές ομάδες ανθρώπων ευνοεί κάθε ερμηνεία, μπορεί δηλαδή να τους οδηγήσει σε μια πιο πλούσια και ηθικά συγκροτημένη ευαισθησία για τις κοινωνίες που τους περιβάλλουν.

Μια τάξη μαθηματικών σ ένα αστικό σχολείο μας δίνει ακόμα ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται σε μια δημοκρατική τάξη τα διάφορα προβλήματα. Στα παιδιά δίνονταν ένα πρόβλημα που σχετίζονταν με το κόστος μιας μηνιαίας κάρτας για το λεωφορείο. Πιο συγκεκριμένα τους ζητούνταν να υπολογίσουν εάν ήταν πιο συμφέρουσα οικονομικά η επιλογή της αγοράς μηνιαίας κάρτας ή να πληρώνουν κάθε φορά που πήγαιναν και επέστρεφαν από την εργασία τους. Με βάση των αριθμό των εργάσιμων ημερών που το πρόβλημα έθετε η πιο συμφέρουσα επιλογή ήταν η δεύτερη. Ωστόσο οι υποθέσεις που συγκροτούσαν αυτό το πρόβλημα είχαν μικρή σχέση με την πραγματικότητα της ζωής των παιδιών και των γονιών τους. Οι μαθητές ήξεραν απλά πως η απάντηση ήταν λάθος. Οι περισσότεροι γονείς των παιδιών έκαναν δύο εργασίες μερικής απασχόλησης προκειμένου να στηρίξουν τις οικογένειές τους. Οι περισσότερες εργασίες ήταν σε φαστφουντάδικα καθώς ήταν οι μόνες εργασίες που είχαν απομείνει μετά την μετακίνηση των βιομηχανιών σε περιοχές με χαμηλότερους μισθούς και φορολογικές ελαφρύνσεις. Επομένως σύμφωνα με την εμπειρία αυτών των παιδιών, ένα άτομο χρησιμοποιεί τουλάχιστον τέσσερις φορές το λεωφορείο για να πάει και να επιστρέψει από την εργασία του, μια χαμηλόμισθη εργασία, χωρίς προνόμια και συχνά αδιέξοδη. Είναι προφανές πως το curriculum είχε συγκεκριμένες ιδεολογικές διαστάσεις και μια έλλειψη ευαισθησίας σε σχέση με τις εμπειρίες των παιδιών. Αλλά η εκπαιδευτικός χρησιμοποίησε δημιουργικά την ιδεολογική οπτική του προβλήματος, ζητώντας από τους μαθητές να διερευνήσουν τι ήταν λάθος σ αυτό το παράδειγμα και να σκεφτούν με ποιο τρόπο τα μαθηματικά τους βοήθησαν να κατανοήσουν τις καθημερινές τους εμπειρίες όπως και τις εμπειρίες των γονιών τους. Επί της ουσίας τους έθεσε το ίδιο ερώτημα για το οποίο κάναμε λόγο πριν: από την οπτική τίνος βλέπουμε τον κόσμο σ αυτό το πρόβλημα; (…) Ένα δημοκρατικό curriculum επιζητεί να υπερβεί την επιλεκτική παράδοση της γνώσης και του νοήματος που υιοθετείται από την κυρίαρχη κουλτούρα, προς ένα μεγαλύτερο εύρος οπτικών και απόψεων. Σε μια δημοκρατική κοινωνία κανένα άτομο ή ομάδα δεν έχει την απόλυτη ιδιοκτησία πάνω στη γνώση και τα νοήματα. Γι αυτό το λόγο το δημοκρατικό curriculum περιλαμβάνει όχι μόνο αυτό που ο ενήλικος θεωρεί σημαντικό αλλά και τα ερωτήματα και ενδιαφέροντα των νέων ανθρώπων για τους εαυτούς τους και τον κόσμο. Ένα δημοκρατικό curriculum προσκαλεί τους νέους να αποβάλουν τον παθητικό τους ρόλο ως καταναλωτές γνώσης και να αποκτήσουν έναν ενεργητικό ρόλο ως δημιουργοί νοήματος. Αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι αποκτούν γνώση όχι μόνο μελετώντας εξωτερικές πηγές, αλλά και συμμετέχοντας σε σύνθετες δραστηριότητες που τους ωθούν να δημιουργήσουν τη δική τους γνώση.

Όπως είδαμε και πρωτύτερα, ο δημοκρατικός τρόπος ζωής σχετίζεται με δημιουργικές διαδικασίες αναζήτησης τρόπων για την επέκταση και διεύρυνση των αξιών της δημοκρατίας. Αυτή η διαδικασία δεν είναι μια απλή παρατήρηση γύρω από οποιοδήποτε ζήτημα. Αντίθετα κατευθύνεται προς την ευφυή και στοχαστική σκέψη των προβλημάτων, γεγονότων, ζητημάτων που προκύπτουν στην πορεία της συλλογικής μας ζωής. Ένα δημοκρατικό curriculum περιλαμβάνει συνεχείς ευκαιρίες να διερευνούμε τέτοια ζητήματα, τη δυνατότητα να φανταζόμαστε απαντήσεις σε προβλήματα και να πράττουμε σύμφωνα μ΄ αυτές τις απαντήσεις. Για παράδειγμα, το curriculum μας δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσουμε εμπειρίες σχετικές με προβλήματα και ζητήματα όπως η «Σύγκρουση», « το μέλλον της κοινότητάς μας», «η Δικαιοσύνη», η περιβαλλοντική Πολιτική» κλπ. Επίσης οι τομείς της γνώσης δεν είναι απλά κατηγορίες της υψηλής κουλτούρας που τα παιδιά θα πρέπει να απορροφήσουν και να συσσωρεύσουν, αλλά αποτελούν πηγές σκέψης και πληροφόρησης που θα μπορούσαν να σχετιστούν με τα προβλήματα της ζωής, ισχυρούς φακούς μέσα από τους οποίου μπορούμε να δούμε αυτά τα προβλήματα με τα οποία ερχόμαστε αντιμέτωποι. Γι αυτό το λόγο η συζήτηση για την ενοποίηση του curriculum χρειάζεται να ξεπεράσει τα απλά ζητήματα της σύνδεσης των επιμέρους μαθημάτων και να οδηγηθεί προς μια ευρύτερη συζήτηση που θα διερευνά το λόγο και το σκοπό αυτής της σύνδεσης . (…)

Παρά τους δημοκρατικούς ισχυρισμούς για τις ίσες ευκαιρίες, πολλά εμπόδια συνεχίζουν να περιορίζουν την πορεία των μη προνομιούχων νέων στο σχολείο, όπως παραδείγματος χάρη η υπερβολική χρήση των τυποποιημένων τεστ. Ένα από τα ιστορικά προβλήματα των προοδευτικών ιδεών για το curriculum (και ένας από τους λόγους, για τους οποίους αυτές οι ιδέες δεν έχουν την υποστήριξη από τις κυριαρχούμενες ομάδες) είναι ότι φαίνονται να υποβαθμίζουν το είδος της επίσημης γνώσης και των δεξιοτήτων που οι νέοι χρειάζονται για να μπορέσουν να ξεπεράσουν τα εμπόδια της κοινωνικο-οικονομικής τους ανέλιξης.

Τονίσαμε πρωτύτερα ότι αυτό που διακρίνει τα δημοκρατικά σχολεία από τα άλλα είδη προοδευτικής εκπαίδευσης είναι η συνειδητή προσήλωση στην αλλαγή των αντιδημοκρατικών συνθηκών στην κοινωνία και στην εκπαίδευση. Οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται στα δημοκρατικά σχολεία αντιλαμβάνονται ωστόσο πάρα πολύ καλά ότι αυτές οι συνθήκες και ό,τι εμποδίζει το άνοιγμα του σχολείου στον πολύ κόσμο θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη έως ότου αλλάξουν. Γι αυτό το λόγο, ένα δημοκρατικό αναλυτικό πρόγραμμα προσπαθεί να βοηθήσει τους μαθητές να αποκτήσουν γνώσεις και δεξιότητες με πολλούς τρόπους, συμπεριλαμβάνοντας και τις γνώσεις που απαιτούνται από τους θεματοφύλακες των κοινωνικο-οικονομικών ευκαιριών. Με δυο λόγια, οι δημοκρατικοί παιδαγωγοί ζουν σε μια συνεχή αντίφαση, ανάμεσα στην τάση να επιδιώκουν μια πιο ουσιαστική εκπαίδευση για τους νέους ανθρώπους και την υποχρέωση να ασχολούνται με γνώσεις και δεξιότητες, οι οποίες θεωρούνται σημαντικές από ισχυρές εκπαιδευτικές δυνάμεις των οποίων ο ρόλος κάθε άλλο παρά δημοκρατικός είναι. Δεν μπορούμε δηλαδή να αγνοήσουμε την κυρίαρχη γνώση. Η κατοχή αυτής της γνώσης ανοίγει κάποιες πόρτες. Αλλά αυτή η θέση δε σημαίνει βέβαια ότι επιθυμούμε να ενθαρρύνουμε τη συνέχιση των άκαμπτων προγραμμάτων, που επικεντρώνονται στην άσκηση και στις δεξιότητες, οι οποίες συχνά συγκροτούν την κύρια σχολική εμπειρία των μη-προνομιούχων παιδιών. Τα παιδιά αυτά έχουν δικαίωμα στις προοδευτικές ιδέες. Ο σκοπός μας είναι η αναδιάρθρωση της κυρίαρχης γνώσης και η χρησιμοποίησή της προκειμένου να βοηθήσει και όχι να εμποδίσει τις κυριαρχούμενες ομάδες.

Η ύλη για τη δημιουργία ενός δημοκρατικού αναλυτικού προγράμματος είναι σχεδόν σίγουρο ότι γίνεται αντικείμενοι σύγκρουσης και διαμάχης. Πρακτικά ό,τι περιλαμβάνεται σ αυτό το σχεδιάγραμμα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κυρίαρχη και μακρόχρονη αντίληψη για το πώς πρέπει να είναι σχεδιασμένο ένα curriculum. Η πιθανότητα να ακουστεί ένα ευρύ φάσμα απόψεων συχνά θεωρείται ως απειλή στην κυρίαρχη κουλτούρα, ιδιαίτερα όταν αυτές οι απόψεις παρέχουν εναλλακτικές ερμηνείες σε ζητήματα και γεγονότα όπως αυτά διδάσκονται στα σχολεία. Και ακόμη χειρότερα, ενθαρρύνοντας τους νέους ανθρώπους να αναλύουν κριτικά προβλήματα και γεγονότα δημιουργείται η πιθανότητα να θέσουν σε αμφισβήτηση τις κυρίαρχες ερμηνείες (και διδάγματα). Το ίδιο ισχύει, όταν το curriculum οργανώνεται γύρω από κοινωνικά προβλήματα και ζητήματα, αλλά αυτή η οργάνωση έρχεται σε σύγκρουση με τη στείρα εκδοχή της σχολικής γνώσης και των στόχων της που είναι στοιχείο της βασιζόμενης σε άκαμπτους διαχωρισμούς των μαθημάτων και της επικεντρωμένης στην ειδικότητα υψηλής κουλτούρας του αναλυτικού προγράμματος. Τέλος, η πιθανότητα οι νέοι να συμβάλλουν με τα δικά τους ερωτήματα και ενδιαφέροντα στο αναλυτικό πρόγραμμα δημιουργεί την απειλή να έρθουν σε επαφή με ζητήματα που αποκαλύπτουν τις ηθικές και πολιτικές αντιφάσεις που διαπερνούν την κοινωνία μας.

Οι παιδαγωγοί των δημοκρατικών σχολείων αντιμετωπίζουν συνεχώς τέτοιου είδους αντιστάσεις . Η αντίσταση αυτή δε γίνεται βέβαια πάντα εμφανής με άμεσους τρόπους. Για παράδειγμα, υπάρχουν αυτοί που ισχυρίζονται πως οι νέοι άνθρωποι δε θα πρέπει να ασχολούνται με κοινωνικά ζητήματα, επειδή δεν είναι ακόμη σε θέση να κατανοήσουν τη πολυπλοκότητά τους ή επειδή μπορεί να απογοητευτούν. Αυτά τα επιχειρήματα ασφαλώς αγνοούν το γεγονός ότι τα παιδιά ζουν μια πραγματική κοινωνική ζωή έξω από το σχολείο. Ένα μεγάλο μέρος αυτών των παιδιών γνωρίζει από την άμεση εμπειρία του τις συνέπειες του ρατσισμού, της φτώχειας, των προκαταλήψεων εις βάρος των γυναικών ή της έλλειψης στέγης. Με ολοφάνερο συνεπώς τρόπο αυτά τα επιχειρήματα επιζητούν απλούστατα να αποσοβήσουν την πιθανή διερεύνηση από τους νέους των πολιτικών και κοινωνικών αντιφάσεων, που είναι υπεύθυνες για την προσωπική τους ζωή, και την πιθανή δράση τους ενάντια σ’ αυτές.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε και πάλι ότι η λογική των δημοκρατικών σχολείων δεν αναφέρεται μόνο στις εμπειρίες των μαθητών. Οι ενήλικες, συμπεριλαμβάνοντας και τους επαγγελματίες παιδαγωγούς, έχουν δικαίωμα στην εμπειρία του δημοκρατικού τρόπου ζωής των σχολείων. Δώσαμε ήδη ένα παράδειγμα σχετικά με τη συμμετοχή τους στον πολιτικό σχεδιασμό και της στη λήψη άλλων αποφάσεων. Αλλά όπως ακριβώς οι νέοι έχουν δικαίωμα να συμβάλλουν στη διαμόρφωση των όρων της εκπαίδευσής τους, έτσι και οι εκπαιδευτικοί έχουν δικαίωμα να δημιουργήσουν δικά τους προγράμματα για τη βελτίωση του επαγγέλματός τους, που θα βασίζονται στη δική τους αντίληψη για τα προβλήματα και τα ζητήματα, που ανακύπτουν στις τάξεις τους, στα σχολεία και στην επαγγελματική τους ζωή.

Επίσης οι εκπαιδευτικοί έχουν το δικαίωμα να ακουστεί η φωνή τους στη δημιουργία του curriculum ιδιαίτερα όταν σχετίζεται με τους νέους ανθρώπους με τους οποίους εργάζονται μαζί. Ακόμα και ο πιο τυχαίος παρατηρητής θα σημείωνε πως αυτό το δικαίωμα έχει πλήρως υπονομευθεί τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς οι αποφάσεις για το αναλυτικό πρόγραμμα ακόμα και για τα εξειδικευμένα πλάνα εργασίας έχουν μετατοπιστεί στο κεντρικό κράτος και στα περιφερειακά γραφεία εκπαίδευσης. Το αποτέλεσμα είναι να απειδικεύονται οι εκπαιδευτικοί και η εργασία τους να αναπροσδιορίζεται ως εφαρμογή των ιδεών άλλων. Αυτό είναι το φανερό αποτέλεσμα και ένα από τα παραδείγματα του πώς η δημοκρατία εξανεμίζεται στα σχολεία. Επιπλέον μεγάλο μέρος της συζήτησης για τη λεγόμενη πολυδιαχείριση (site-based management), ενώ παρουσιάζεται ως αντιστροφή των τάσεων συγκεντρωτισμού, στην πραγματικότητα περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε τοπικούς αγώνες για τις περιορισμένες χρηματοδοτήσεις και στην ανταπόκριση σε πολιτικές και προγράμματα που αποφασίζονται αλλού. (…)

Διαφήμιση

Όταν συνδέουμε το δημοκρατικό δικαίωμα των εκπαιδευτικών να έχουν ουσιαστικό έλεγχο πάνω στην εργασία τους με την υποχρέωση των εκπαιδευτικών και των άλλων ενηλίκων να επεκτείνουν το δημοκρατικό τρόπο ζωής για τους νέους ανθρώπους, βλέπουμε τη δυνατότητα οι δημοκρατικές αξίες να γίνουν η συνεκτική βάση στην οποία πραγματικά θα στηρίζεται η σχολική ζωή. Για να μετατρέψουμε ωστόσο αυτή τη δυνατότητα σε πραγματικότητα, θα πρέπει να ξεπεράσουμε και πάλι δύσκολα προβλήματα. Για παράδειγμα, οι γονείς, η κοινότητα και το κράτος έχουν σίγουρα το δικαίωμα να πουν ποιους στόχους επιθυμούν να έχει η εκπαίδευση. Αλλά πρέπει η άποψή τους να έχει την ίδια βαρύτητα με την άποψη των εκπαιδευτικών σε ζητήματα όπως η οργάνωση του αναλυτικού προγράμματος; Το βαρύ καθήκον να προωθήσουν τη δημοκρατία που ζητήσαμε από τους εκπαιδευτικούς να επιτελέσουν, τους νομιμοποιεί να υπερβαίνουν τον έλεγχο της κοινότητας και να έχουν κάποια επαγγελματική αυτονομία;

Ενημερωθείτε για την έγκριση προγράμματος «Σύμπραξη σχολείων για τη δημοκρατία στην εκπαίδευση». Η δράση Σύμπραξη Σχολείων για τη Δημοκρατία στην Εκπαίδευση σχεδιάστηκε από το EUDEC Greece, υποστηρίζεται από την European Democratic Education Community και προωθεί τη διάχυση των τεχνικών της Δημοκρατικής Εκπαίδευσης στα Ελληνικά Σχολεία.

COMMENTS

Διαφήμιση