Ας ξεκινήσουμε με το αίτημα του παρόντος. Τώρα που η κρατική παιδαγωγική ζητά να είναι μαζί με τον/την εκπαιδευτικό 25 παιδιά σε μια τάξη δημόσιου σχολείου χωρίς σεβασμό στους αγώνες για μικρότερη αναλογία διδασκόντων και διδασκομένων, όπως αυτόν της μεγάλης απεργίας των δασκάλων του 2006, είναι μια ευκαιρία να στοχαστούμε πάνω σε περισσότερα ζητήματα: για ένα προτεινόμενο δίκτυο σχολείων από τον παιδικό σταθμό μέχρι το λύκειο, την αρχιτεκτονική της τάξης, την πολυγλωσσία, την συνδιδασκαλία και την θεσμική παιδαγωγική Freinet που μπορεί να συμβάλει στο σχολείο της κοινότητας. Γιατί το σχολείο δεν είναι μόνο ένα κτίρίο για να αποκαλείται σχολείο της γειτονιάς.
Δίκτυο Σχολείων, Συνδιδασκαλία και Συμπερίληψη στην Κοινότητα
Το παιδί μετακινείται μέχρι τώρα αναγκαστικά. Το σπίτι, η εργασία, η οικονομία και η τιμωρία είναι μερικοί λόγοι. Δεν ρωτιέται το παιδί τι θέλει, όπως έγινε με τα προσφυγόπουλα το 2019 και συνήθως προτρέπεται να κάνει αυτό που του λέει η διοίκηση ή η βία της φτώχειας. Και η μετακίνηση του κάθε παιδιού έχει ένα μεγάλο εύρος αιτιολογήσεων: από τις υπεραριθμίες και το κλείσιμο ενός μικρού σχολείου, μέχρι την αποβολή και την αλλαγή τιμωρητικά σχολικού περιβάλλοντος. Αλλά και την εθελούσια απομάκρυνση για λόγους που αφορούν την αντιμετώπιση παιδιών που μειοψηφούν ή για λόγους εργασίας και κατοικίας των γονιών. Η μεταφορά των παιδιών από το ένα σχολείο στο άλλο γίνεται για την διοίκηση και την κρατική παιδαγωγική με τον εργαλειακό ορθολογισμό της υπολογιστικής σκέψης. Έτσι συγχωνεύονται κι οι τάξεις, αλλά κλείνουν και τα σχολεία. Στο μέλλον που έπεται της αξιολόγησης, γονείς, εκπαιδευτικοί και παιδιά θα αποζητούν το σχολείο που θα τους κάνει δεκτούς. Η ομοιομορφία του προφίλ της σχολικής μονάδας θα κάνει γκέτο τα σχολεία. Κι ο τρόπος γνωριμίας των παιδιών θα γίνεται έξω από το σχολείο με ότι σημαίνει αυτό.
Οι αντιστάσεις των εκπαιδευτικών, των παιδιών και των γονιών ήδη από τώρα στην κρατική παιδαγωγική κι η άρνησή τους να αποδεχτούν το γκετοποιημένο σχολείο, την αποβολή και την αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος, όπως και το κλείσιμο ενός τμήματος ή ενός μικρού σχολείου, είναι αυτές που εμπνέουν τη συγγραφή αυτού του άρθρου. Όπως μας εμπνέει κι η γειτονιά των Εξαρχείων με τη δυνατότητα συνεργασίας των τριών δημοτικών της, των παιδικών σταθμών και της μέσης εκπαίδευσης. Κι η απεργία των δασκάλων του 2006, τότε που ζητούσαμε μικρότερο κλάσμα (1/20) στις σχέσεις διδασκόντων και διδασκομένων. Γιατί δεν γίνεται να γυρνάμε πάλι πίσω τον χρόνο, είκοσι χρόνια μετά και να αισθανόμαστε την αιώνια επανάληψη του είναι.
Η “γκετοποίηση” των σχολείων
Ας κάνουμε μια συγκεκριμένη αποσαφήνιση για το τι εννοούμε με τον όρο «γκέτο». Τα σχολεία σταδιακά με την λειτουργία τους στην κοινωνία έχουν ένα όνομα κοινωνιολογικό: σχολείο μικροαστικό, με γηγενή παιδιά, μεταναστευτικό, προσφυγικό, χωρίς μετανάστες, πρότυπο, πειραματικό, ιδιωτικό, πλουσίων ή φτωχών, με πολλά παιδιά από άλλες χώρες, διαπολιτισμικό. Η γκετοποποίηση, παράγωγη του γκέτο, είναι το μέλλον των σχολείων που ακολουθούν την σημερινή νεοφιλελεύθερη πολιτική. Ρωτάμε: Ένα προτεινόμενο δίκτυο σχολείων στον αστικό ιστό μεγάλων πόλεων μπορεί να σταματήσει την υπάρχουσα γκετοποίηση; Και μια ακόμη ερώτηση: μήπως να μην περιμένουμε την κατηγοριοποίηση από την αξιολόγηση που έτσι κι αλλιώς θα συμβάλει πάλι στην γκετοποίηση; Μπορούμε να το πούμε από τώρα τι θέλουμε και να αντισταθούμε; Μπορούν τα σχολεία μεταξύ τους να συνεργάζονται έτσι ώστε να μην έχουμε στο ένα σχολείο τάξεις με 25 παιδιά και στο άλλο τάξεις με 15 παιδιά; Και δεν μιλάμε και για άλλες απαραίτητες μορφές συνεργασίας, όπως με τα μεταβατικά προγράμματα ανάμεσα στις βαθμίδες, γιατί ακολουθούν την κάθετη διάταξη της εκπαίδευσης. Εμείς θέλουμε τις οριζοντιότητες τάξη με τάξη, σχολείο με σχολείο. Αυτές οι οριζοντιότητες συμβάλλουν στην κοινωνικοποίηση των παιδιών στην γειτονιά και την υπέρβαση της ταυτότητας του κάθε σχολείου (αριθμός, τόπος, γειτονιά, ηλικίες, παράδοση, ομάδες). Η από – ιδρυματοποίηση και η από – γκετοποίηση πάνε μαζί και τα παιδιά δεν διαχωρίζονται. Και τα σχολεία αλληλο – υποστηρίζονται.
Το γκέτο αντίθετα είναι μια γενική κατηγορία κι αφορά την ομοιογένεια των παιδιών ως επιλογή της διοίκησης του νεοφιλελεύθερου σχολείου. Η απελευθέρωση των ορίων των σχολείων μελλοντικά με νεοφιλελεύθερους όρους θα συντείνει σ’ αυτό. Χωρίς το προτεινόμενο δίκτυο σχολείων με πλουραλιστικές τάξεις, μια σχολική μονάδα είναι σε βάθος χρόνου, με νεοφιλελεύθερες πολιτικές, κοινωνικά ομοιογενής. Συνεπώς και μη συμπεριληπτική. Άρα ένα προτεινόμενο δίκτυο των σχολείων όλων των βαθμίδων που συζητά τη δυνατότητα για μια κοινότητα μάθησης ανομοιόμορφων παιδιών μπορεί να επιφέρει μη ανταγωνιστικές σχέσεις, πλουραλισμό και συμπεριληπτική παιδαγωγική, στο βαθμό που εξυπακούεται η συνεργασία με γνώμονα τα δικαιώματα του παιδιού κι ειδικότερα το άρθρο 3 για το συμφέρον του παιδιού. Και θα αγωνίζονται αλληλέγγυα όλα τα σχολεία να μην κλείσει κανένα και καμία τάξη να μην συγχωνευτεί. Κάτι για το οποίο αποβλέπει το ορθολογικό εργαλειακά κράτος που δεν έχει παιδαγωγικά κριτήρια για την συμπερίληψη των παιδιών, αλλά μόνο μαθηματικά προβλήματα με αριθμούς. Η κοινωνικοποίηση όμως που πάει; Είναι μια ξεχασμένη λέξη. Κάποτε όμως ήταν ο κύριος στόχος του σχολείου. Υποχωρεί με την υποχώρηση της κοινωνίας, του ενδιάμεσου χώρου μεταξύ κράτους και κεφαλαίου.
Γιατί ήδη από τώρα τα σχολεία είναι ταξινομημένα. Κι ενώ η συμπερίληψη μπορεί να γίνει εφικτή μέσα από τις αλλαγές στα όρια που απευθύνονται οι σχολικές μονάδες, αυτή δεν γίνεται. Οι προτιμήσεις των σχολικών μονάδων, μεταξύ άλλων, εκφράζουν τον ιδιωτικό ζήλο των γονιών για την καλύτερη εκπαίδευση των παιδιών τους. Αυτή η προσδοκία τους συνήθως αφορά τη μη συμπερίληψη, τη μη συνύπαρξη των πολλών επιπέδων, εθνών και φυλών και συντείνει στην ομοιογένεια της σχολικής μονάδας, εκφράζοντας τη συμφωνία τους με την κρατική παιδαγωγική. Η κρατική παιδαγωγική συνήθως δεν αμφισβητεί αυτή την κατάσταση και η κριτική παιδαγωγική σιωπά. Υποκείμενο και κράτος συναντιούνται. Η κρατική παιδαγωγική κι η διοίκηση μετακινεί τα παιδιά από σχολείο σε σχολείο εργαλειακά, για να μεγιστοποιήσει τον αριθμό των παιδιών ανά τάξη και να κλείσει ένα τμήμα. Δεν πρυτανεύει το κριτήριο της συμπερίληψης.
Δίκτυο των σχολείων της γειτονιάς
Ερώτηση: το προτεινόμενο δίκτυο των σχολείων της γειτονιάς θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από την πολιτική της διοίκησης και της κρατικής παιδαγωγικής; Ίσως, ναι, με προϋποθέσεις. Μπορούμε τώρα; Εμείς θα θέλαμε να έχουμε τώρα ένα δίκτυο σχολείων με συμπερίληψη και στοχευόμενα να έχουμε στις τάξεις μας πολυγλωσσία, πολλές εθνικότητες, διαφορετικές εκφάνσεις του φύλου, ειδικές ικανότητες, αναπηρίες, πολυχρωμία, ανισότητες που θα γίνουν ισότητες και παιδιά όπου όλα θα έχουν την ιδιότητα του πολίτη. Θέλουμε τα διαφορετικά «επίπεδα» να είναι μαζί και να μην λέμε «πέφτει το επίπεδο». Κι οι διαφορετικές εθνικότητες να κάθονται στο ίδιο θρανίο και να είναι φίλοι που αναζητούν το όνομα του κακού για να παλέψουν εναντίον του.
Πώς γίνεται αυτό; Τρεις ομάδες μοιάζουν να είναι απαραίτητες για το πείραμα αυτής της συνεργασίας: η ομάδα των εκπαιδευτικών που εργάζονται από κοινού στις γλώσσες του σχολείου (ελληνική γλώσσα, ξένες γλώσσες και μητρικές), η ομάδα των εκπαιδευτικών που στηρίζουν τη γλωσσική διαφορετικότητα των παιδιών (δάσκαλος/α τάξης, τάξη ένταξης, παράλληλη στήριξη και τάξη υποδοχής) κι οι ομάδες των παιδιών (ανεξάρτητα από την ηλικία, με ελεύθερη πρόσβαση στο ανοιχτό σχολείο, ομάδες παιδιών διαφορετικών σχολείων με κέντρο τη βιβλιοθήκη ή μορφές συνεταιρισμού). Αυτές οι ομάδες αναπαλαιώνονται κι από σχολικά μέλη που μεσολαβούν στην κοινότητα (ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διερμηνείς, υπεύθυνοι δομών στην κοινότητα κλπ).
Οι παιδαγωγικές συνεδρίες έτσι κι αλλιώς επεκτείνουν την συνεργασία των υποομάδων των εκπαιδευτικών και κανείς εκπαιδευτικός δεν είναι μόνος του. Ο παιδαγωγικός λόγος για το παιδί συγκρούεται με τον λόγο της διοίκησης. Η σύγκρουση είναι ανάμεσα στην διοίκηση και την παιδαγωγική. Μόνο η ανύψωση της παιδαγωγικής μπορεί να αντισταθμίσει τις επιπτώσεις από τον εξουσιαστικό λόγο της διοίκησης που παράγει υποτελείς εκπαιδευτικούς. Ο προβληματισμός που κατατίθεται εδώ αφορά την υπεράσπιση της παιδαγωγικής και του σχολείου της κοινότητας ως προϋπόθεση λειτουργίας αυτών των ομάδων που θα φέρουν σε πέρας αυτή την κοινότητα μάθησης. Και για να φτάσουμε εκεί που αποβλέπουμε χρειάζεται να ξεκινήσουμε από την αρχή των πραγμάτων που είναι οι σχέσεις των εκπαιδευτικών με τα παιδιά. Ας δούμε λοιπόν την συνεργατική τάξη της θεσμικής παιδαγωγικής Freinet. Η αρχιτεκτονική μας έχει πολλές μεταμορφώσεις: κύκλο, ομάδες, εργαστήρια, αρχεία, κίνηση, τεχνολογία, γραμματοκιβώτιο, εκθέσεις, συνεταιρισμό, κινηματογράφο, υπαίθρια τάξη, κήπο, φιλοξενία άλλων τάξεων, επισκέψεις τάξεων δια της αλληλογραφίας, εφημερίδα τοίχου, συμβούλιο, βιβλιοθήκη και τόσα άλλα. Επίσης έχει μια κενή καρέκλα για το παιδί που θα έρθει επιθυμητά στο σχολείο, όπως στην εγκυμοσύνη και μια κενή καρέκλα για τον αρχηγό που θα μείνει για πάντα κενή, καθώς δεν έχουμε αρχηγούς και μοιραζόμαστε την εξουσία με τα παιδιά. Ο μόνος χώρος που απελευθερώνεται είναι αυτός της έδρας γιατί την κάνουμε μουσείο.
Ρωτάμε την κρατική παιδαγωγική: Οι υπάρχουσες τάξεις των σχολείων μπορούν να μας επιτρέψουν αυτόν τον χώρο συνύπαρξης των παιδιών; Φτάνει ο χώρος; Ή είναι η ώρα τα μαθήματα να γίνονται σε διάφορους χώρους στην πόλη, από το μουσείο, το πάρκο και το ταχυδρομείο μέχρι την αγορά; Να πούμε θαρρετά πως το σχολείο πια είναι καλύτερο να βγαίνει έξω από το σχολείο για να χωρέσουμε όλοι στην πόλη; Κι αυτή η ευρυχωρία μπορεί να είναι αιτία ο ρατσισμός σταδιακά να είναι λιγότερος μέσα στο σχολείο και να γίνει λιγότερος κι έξω, με την έξοδο στην κοινότητα. Ακόμα κι η αρχιτεκτονική αυτού του δικτύου αποτυπώνεται με παρεμβάσεις ανάγλυφα στην πόλη: πεζοδρομήσεις, διαδρομές στην πόλη, ποδήλατα, καροτσάκια παιδιών με κινητικές δυσκολίες, πλατείες, βρύσες, θέατρα, δεντροφυτέψεις, μικροκλίματα, αειφορία, πράσινα κτίρια, δημόσια ιστορία, ανακύκλωση, ήπιες θερμοκρασίες, παγκάκια, μουσεία, αρχεία, βιβλιοθήκες, χώροι επιστημών και παραγωγής νέας γνώσης. Κι όλα αυτά με την διάσταση του χρόνου: δικά μας αναγνωστικά, δικά μας βιβλία, δικές μας ταινίες, δικά μας υλικά, νέες γνώσεις γιατί οι παλιές δεν χειραφετούν, νέα συναισθήματα. Συμπέρασμα: Χώρος και χρόνος πέρα από τη μέχρι τώρα σύμβαση του εκκρεμούς τάξη – αυλή – τάξη.
Η συνδιδασκαλία
Κι ας δούμε τώρα την συνδιδασκαλία. Με τον αριθμό παιδιών που προτείνει κι υλοποιεί το κράτος και η κρατική παιδαγωγική, ποιος είναι ο αριθμός των εκπαιδευτικών που χρειάζεται να συνεργαστούν ανά μάθημα; Απαντούμε: Θέλουμε τον/την εκπαιδευτικό όλων των παιδιών, μαζί με τους εκπαιδευτικούς της τάξης ένταξης, υποδοχής και της παράλληλης στήριξης. Ο αριθμός των παιδιών μπορεί να είναι κυμαινόμενος προς τα πάνω, αλλά προϋποτίθεται πια πιο πολλοί εκπαιδευτικοί να συνεργάζονται. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα: Όλες οι τάξεις να έχουν συνδιδασκαλία. Κι αυτό σημαίνει σε βάθος χρόνου παιδαγωγικές συνεδρίες, πλήρες εργασιακό και μικρότερο διδακτικό ωράριο, υπό – ομάδες που συναντιούνται στα κενά των εκπαιδευτικών του ωρολογίου προγράμματος. Και η συνάντηση των ομάδων των εκπαιδευτικών να είναι το κριτήριο της ανά ώρα διαμόρφωσής του.
Τα παιδιά δεν θα μετακινούνται ως αριθμοί, αλλά με παιδαγωγικά κριτήρια που θα συμβάλλουν στον πλουραλισμό της συνύπαρξής τους. Κι όλα αυτά ταιριάζουν με τη μείωση των γεννήσεων των παιδιών στη χώρα μας και την μεγαλύτερη αγάπη για τα παιδιά των ιδρυμάτων, τα ΑΜΕΑ, τα ασυνόδευτα προσφυγόπουλα ή τα παιδιά μεταναστών. Για να μη γίνει αυτή η μείωση των γεννήσεων απώλεια της παιδικής ηλικίας, λιγότερα σχολεία και λιγότεροι εκπαιδευτικοί. Κι αν λείπουν τα παιδιά τα σχολεία πάλι είναι ανοιχτά γιατί είναι μουσεία επίσκεψης και κιβωτοί της μνήμης που περιμένουν τα παιδιά. Είναι μια ιστορική στιγμή να δοκιμαστούν όλα αυτά χάριν της συνύπαρξης κα της άσκησης της ιδιότητας του πολίτη στον χώρο της κοινότητας του προτεινόμενου δικτύου των σχολείων. Γιατί να το πούμε αλλιώς: η κίνηση δεν είναι από τα λίγα παιδιά μιας τάξης δημόσιου σχολείου στα πολλά, αλλά από τα πολλά μιας τάξης στο να γίνουν λιγότερα στην κατανομή τους στο δίκτυο των σχολείων με κριτήρια παιδαγωγικά και συμπεριληπτικά. Εμείς Θέλουμε τα σχολεία να μην είναι γκέτο. Ούτε της μεσαίας τάξης, ούτε κάθε λογής νεοφιλελεύθερων κριτηρίων, όπως αυτά των έμφυλων ταυτοτήτων, εθνικοτήτων, αναπηρίας ή θρησκευτικότητας. Και τα θέλουμε με τους θεσμούς των παιδιών, με θεσμούς μέσα στον θεσμό της εκπαίδευσης για την άσκηση στην οριζοντιότητα, την μόνη ικανή συνθήκη μεσολάβησης και αυτοδιαχείρισης στις συμπληγάδες του κράτους και του κεφαλαίου.
Το σχολείο δεν είναι ένα κτίριο
Το προτεινόμενο δίκτυο των σχολείων επιπλέον ευνοεί κι αυτό που αποζητά και η κρατική νεοφιλελεύθερη παιδαγωγική: να κάνει ευέλικτα και τα όρια του σχολείου για την εγγραφή των παιδιών. Βέβαια αυτό το «επιλέγω» γίνεται πολύ γρήγορα στον νεοφιλελευθερισμό «επιλέγομαι» και μας διαφοροποιεί. Αυτό το «επιλέγομαι» καταργεί την αυταπάτη του «επιλέγω» κι αφήνει ένα τραύμα που είμαστε διαρκώς αντιμέτωποι/ες μαζί του. Αυτό που συμβαίνει ήδη τώρα, για παράδειγμα, στη μετάβαση από την στ΄ δημοτικού στην α’ γυμνασίου κι έχει τα χαρακτηριστικά της αποτυχίας, όταν τα γυμνάσια γίνονται πολλά κι αποτυχαίνει το παιδί. Χωρίς τις εξετάσεις του παρελθόντος, το τραύμα είναι το ίδιο. Όμως μπορούμε να βλέπουμε τι θέλουν τα παιδιά κι οι γονείς και να βγάζουμε τα συμπεράσματά μας για το γυμνάσιο της αρεσκείας του. Δεν φτάνει να απελευθερώνεται η επιθυμία, χρειάζεται να έχουμε και το γυμνάσιο που θα υποδεχτεί το παιδί. Κι όχι οι θέσεις να είναι λίγες. Διαφορετικά θα αισθάνεται αποτυχημένο. Κι αυτή η σχολική αποτυχία σημαίνει ήδη αυτό που βλέπουμε: βία με τους συνομηλίκους, εμπορευματοποίηση των σπουδών, μικρή διάρκεια εκπαίδευσης, μικρός αριθμός εισακτέων στα δημόσια πανεπιστήμια, έλλειψη νοήματος για τις σπουδές, μηδενική ταξική κινητικότητα λόγω σπουδών, πρόωρη ένταξη στην παραγωγή, ζητήματα ψυχικής υγείας, μειωμένη ανθεκτικότητα του υποκειμένου.
Στην πράξη, με το προτεινόμενο δίκτυο σχολείων της ευρύτερης γειτονιάς, ηττάται το γκέτο, η κρατική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων κι η μετακίνηση των παιδιών με τη βία της διοίκησης.
Για να μην το αφήνουμε λανθάνον: προτείνουμε κάτι όχι υποχρεωτικά πιο ορθολογικό, αλλά ιστορικό – μετασχηματιστικό που ενώνει το «τώρα» με το μέλλον της εκπαίδευσης που διαρκεί πολύ. Κι η πρόταση έχει από πίσω της τον αριστοτελικό ορισμό της πολιτικής: την ευτυχία της κοινότητας. Και προτείνουμε να έχουμε τα παιδιά στο σχολείο της γειτονιάς κι όχι μέσα στα λεωφορεία των κάθε λογής ιδιωτικών σχολείων. Για να γνωρίζονται από μικρά στην γειτονιά και να μην χρειάζεται να μεγαλώσουν για να ανακαλύψουν το ένα την ύπαρξη του άλλου, επειδή πήγαν εκεί που θέλησαν οι γονείς τους. Να πάνε στο σχολείο με τα πόδια, όπως μας συμβουλεύει η κριτική κι η θεσμική παιδαγωγική. Κι αν λείπουν τα παιδιά, γιατί ο κόσμος είναι κινούμενος και τα ίδια νομάδες, τα σχολεία να είναι ανοιχτά και να τα περιμένουν. Και για να το πούμε πιο ριζοσπαστικά: τα ανοιχτά σχολεία, τα σχολεία – μουσεία που τα επισκέπτεται για διάφορους λόγους η κοινότητα, είναι ανοιχτά γιατί έχουν μέσα τους την κιβωτό της μνήμης της γειτονιάς και δεν συσχετίζονται για την λειτουργία τους με τον αριθμό των παιδιών. Είναι έτοιμα να περιμένουν τα παιδιά. Κι έχουν στον κύκλο της συνέλευσης των παιδιών τρεις θέσεις αδειανές: μια για το παιδί που έρθει, μια για τον αρχηγό που δεν κάθεται κανένα παιδί και μια για την φύση που δεν έχει φωνή. Έτσι γίνονται και περισσότερα τα παιδιά.
Το σχολείο δεν είναι ένα κτίριο. Είμαστε στις πλατείες, στη γειτονιά και στα πάρκα για το σχολείο της κοινότητας. Κι αν δεν πετυχαίνεται η συμπερίληψη μέσα στο σχολείο να την κάνουμε έξω απ’ αυτό. Μικρές πολιτείες των παιδιών για την βίωση των δικαιωμάτων τους είναι ο στόχος. Ούτε λίγα, ούτε πολλά, ούτε καθόλου παιδιά, αλλά παιδιά με σχολεία ανοιχτά έξω από το σχολείο τους, να βεβηλώνουν τους δρόμους με την παρουσία τους, με τον ήχο, το τυπογραφείο που κουβαλούν στην πλάτη τους και με την κοινότητα μάθησης ως ταυτότητα της παιδικής ηλικίας τους. Έτοιμα να απαντήσουν στα ερωτήματα: σε ποιο σχολείο πας, σε ποια τάξη και με ποια παιδιά είσαι μαζί και ποιοι είναι οι δάσκαλοί σου; Κι η απάντηση των παιδιών να στάζει μέλι.
Τελευταία επισήμανση μετά τις συγχωνεύσεις των τάξεων δημοτικών σχολείων που προτείνονται αυτή την περίοδο – όπως του 36ου Αθηνών – από την κρατική παιδαγωγική: Με τον πειραματισμό των ιδεών μας, μέχρι καταστολής όπως αποδείχθηκε, δεν θα αφήσουμε τον δάσκαλο να πάει ξυπόλητος στον ουρανό, τα παιδιά χωρίς θάλασσα κι όνειρα και τους γονείς χωρίς σχολείο της κοινότητας.









ΣΧΟΛΙΑ